γόνα

γόνα
(γεν. γονάτου, πΛ. γόνατα) τό колено;

ως τα γόνατα — по колено;

μου κόπηκαν ( — или λύθηκαν) τα γόνατα — у меня ноги подкосились (от усталости, страха);

§ ένα γόνα — по колено, очень много;

έπεσε ένα γόνα χιόνι — снегу выпало по колено;

τό χιόνι πήγε ( — или έφτασε) ένα γόνα — снегу было по колено;

τό νερό ανέβηκε ως ένα γόνα — вода поднялась больше чем на полметра;

τό πανταλόνι έκανέ γόνατα — брюки вытянулись в коленях;

μου φιλάει τα γόνατα — он мена умоляет;

είναι γραμμένο στο γόνα — написано через пень колоду или левой ногой;

τό γλέντι (ο χορός) πήγε γόνα — мы здорово погуляли (потанцевали);

άν δεν κοπιάσουν γόνατα, καρδιά δε θεραπεύγεται — посл. ≈ — без труда не вытащишь и рыбку из пруда


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "γόνα" в других словарях:

  • γονά — γονά̱ , γονή offspring fem nom/voc/acc dual γονά̱ , γονή offspring fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόνα — γόνᾱ , γονάω pres imperat act 2nd sg γόνᾱ , γονάω imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόνα — το βλ. γόνατο …   Dictionary of Greek

  • γόνα — το βλ. γόνατο, το …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γονᾷ — γονάω pres subj mp 2nd sg γονάω pres ind mp 2nd sg (epic) γονάω pres subj act 3rd sg γονάω pres ind act 3rd sg (epic) γονή offspring fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονᾶς — γονᾶ̱ς , γονάω pres ind act 2nd sg (doric) γονεύς begetter masc acc pl γονή offspring fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονάν — γονά̱ν , γονή offspring fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονάς — γονά̱ς , γονή offspring fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονάτην — γονά̱την , γονάω imperf ind act 3rd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόνας — γόνᾱς , γονάω imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γόνατο — Άρθρωση που συνδέει το μηριαίο οστό με την κνήμη. Στην άρθρωση αυτή συμμετέχει και ένα άλλο οστό, η επιγονατίδα, που βρίσκεται μέσα στον τένοντα του τετρακέφαλου μυός. Η κυρτή αρθρική επιφάνεια των μηριαίων κονδύλων εφάπτεται με την ελαφρώς κοίλη …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»